ΠΙΕΡ ΚΛΑΣΤΡ: ΕΝΑΣ ΕΘΝΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

16144_194169158944_8344792_n

 

 Ο Pierre Clastres (γεν. 1934) σπούδασε Φιλοσοφία και Εθνολογία. Ασχολήθηκε με τις «πρωτόγονες» κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής και ιδιαίτερα με τους Guayaki (Ache) της Παραγουάης και με τους ευρύτερα γνωστούς Yanomami της Βενεζουέλας. Υπήρξε συνεργάτης του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας στην Γαλλία, που προώθησε συστηματικά την ανθρωπολογική έρευνα, ιδιαίτερα μετά την διεθνή απήχηση και ακτινοβολία που είχε το έργο του Claude Levi – Strauss, καθώς και μέλος του ανθρωπολογικού τμήματος του College de France, του οποίου ιδρυτής και διευθυντής για πολλά χρόνια υπήρξε επίσης ο Levi – Strauss.

Είναι λογικό ότι ο Clastres , ως μαθητής του Levi – Strauss, δεν έμεινε ανεπηρέαστος από το έργο του μεγάλου εισηγητή του δομισμού. Αυτό δεν ίσχυε μόνο για τον Clastres (γι’ αυτόν μάλιστα ίσχυε μάλλον λιγότερο απ’ όλους) ή για τον κύκλο των ανθρωπολόγων γύρω από τον  του Levi – Strauss, αλλά και για έναν τεράστιο αριθμόΓάλλων ερευνητών σε άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας της «Άγριας Σκέψης» και των «Θλιβερών Τροπικών», υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές μορφές (αν όχι η καθοριστικότερη) στην επιστημονική έρευνα της μεταπολεμικής Γαλλίας. Εν τούτοις, υπήρχε ανάμεσα στην ανθρωπολογία του Levi – Strauss και σε εκείνη των περισσότερων μαθητών του μία τομή, μία διαχωριστική γραμμή θα λέγαμε, που αντικατοπτρίζει την μετατόπιση του ενδιαφέροντος και του αντικείμενου της επιστημονικής έρευνας στην δεκαετία του ’60, μία μετατόπιση που είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο πνευματικών αναζητήσεων μίας νέας εποχής.

Γεννημένος ο δομισμός την εποχή της εμφάνισης των οργανωμένων καπιταλιστικών σχέσεων, που έφθασαν στο αποκορύφωμά τους με το κράτος της ευημερίας, προσπάθησε να συλλάβει την κοινωνία σαν ενιαίο οργανικό σύνολο σχέσεων, τα στοιχεία της οποίας είναι δυνατό να νοηθούν και να ερμηνευτούν μόνο ως στοιχεία ενιαίου συστήματος. Μία τόσο λογική θεώρηση της κοινωνίας, ένα πλησίασμά της που μοιάζει με αυτό που επιχειρούν οι φυσικές επιστήμες στην προσπάθειά του να ερμηνεύσουν τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, είναι φυσικό να προϋποθέτει (ακόμα και στις πιο λαμπρές στιγμές της) τον παραγκωνισμό της χρονικής διάστασης της κοινωνίας με την αναπόφευκτη συνέπεια να μην είναι δυνατό να γίνονται αντιληπτές οι επιλογές των κοινωνιών, η κίνηση και η δυναμική τους, η αλλαγή ή ο μετασχηματισμός τους, με άλλα λόγια να αποσιωπάται η εμφυής διαλεκτική τους. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες επιτυχίες του δομισμού αφορούν όχι αυτή την ίδια την κοινωνία, αλλά την πνευματική της παραγωγή (μύθους, σύμβολα κλπ) και αυτή πάλι μόνο ερευνώντας την σαν σύστημα καθεαυτό αποκομμένο από τα συγκεκριμένα κοινωνικά σύνολα. Γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε, ο δομισμός χαρακτηρίστηκε από τον Clastres σαν Θεολογία χωρίς Θεό, σαν Κοινωνιολογία χωρίς κοινωνία.          

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’60, μίας δεκαετίας πολυεπίπεδης και γενικευμένης κρίσης, είναι λογικό ο συστηματικός χαρακτήρας της κοινωνίας ν’ αμφισβητείται και στην ουσία να πάψει ν’ αποτελεί αντικείμενο ευρύτερου ενδιαφέροντος. Νέο επιτακτικό σημείο επιστημονικού προσανατολισμού γίνεται αυτό που ευρύτερα εκτιμάται ως πυρήνας του πολιτικού, η έννοια δηλαδή της σύγκρουσης. Είναι αυτονόητο ότι αυτή την μετατόπιση του ενδιαφέροντος θα ακολουθούσε η ολοκληρωτική, ή τουλάχιστον μερική, απόρριψη της δομιστικής ανθρωπολογικής άποψης, δεδομένου ότι αυτή ήταν ανήμπορη να ερμηνεύσει την σύγκρουση. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο διαγράφεται η τομή που αναφέραμε πιο πάνω . Μία τομή που εισάγει την «μετά Levi – Strauss εποχή» στην γαλλική ανθρωπολογία. Η πολιτική ανθρωπολογία που εμφανίζεται στο προσκήνιο, δεν εκφράζεται όμως ως ενιαίο επιστημονικό ρεύμα. Κυρίαρχη τάση αποτελεί ο Εθνομαρξισμός (Meillassoux, Godelier, κλπ) που αποσκοπεί σε μία ανθρωπολογία με «αξία χρήσης», ενώ παράλληλα εισάγονται έννοιες από την μαρξιστική οικονομική θεωρία στην ερμηνεία των πρωτόγονων κοινωνιών. Άλλες τάσεις εμφανίζονται παράλληλα, χωρίς να δημιουργούν ωστόσο «σχολές».  

Ο Clastres, του οποίου το έργο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως φιλοσοφική / πολιτική ανθρωπολογία, απέρριψε την χρήση της οικονομιστικής ορολογίας της μαρξιστικής θεωρίας στην οποιανδήποτε προσπάθεια να γίνουν κατανοητές οι λεγόμενες «πρωτόγονες» κοινωνίες, συμφωνώντας με την άποψη που εκφράστηκε από τον M. Sahlins στις ΗΠΑ και τον J. Lizot στην Γαλλία, μία άποψη που υποστήριζε ότι η ουσιαστική λειτουργία των «πρωτόγονων κοινωνιών» έγκειται στην αντι–παραγωγή . Ότι ο οικιακός τρόπος παραγωγής ποτέ δεν εξαντλεί τις δυνατότητές του. Ότι δεν υπάρχουν παραγωγικές σχέσεις γιατί απλώς δεν υπάρχει παραγωγή, καθώς αυτή είναι η τελευταία έγνοια της «πρωτόγονης» κοινωνίας. 

Ο Clastres απέρριψε επίσης κατηγορηματικά την προσπάθεια να ενταχθούν η Θρησκεία και οι μύθοι των «πρωτόγονων» κοινωνιών μέσα στα πλαίσια της ιδεολογίας, υποστηρίζοντας ότι ιδεολογία νοείται μόνο σε κοινωνίες με διαχωρισμένη εξουσία για τα συμφέροντα της οποίας άλλωστε αυτή αποκλειστικά υπάρχει. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί ότι η έννοια της ιδεολογίας στην μαρξιστική Γαλλία (ο Althusser με την θεωρία για την ιδεολογία που έχει εκφράσει, μας προσφέρει το καλύτερο παράδειγμα) ελάχιστη σχέση έχει με αυτή του ίδιου του Marx. Με την ουδετεροποίηση που έχει υποστεί αυτή η έννοια στην Γαλλία, μοιάζει πολύ περισσότερο με την έννοια του κοινωνικού – συμβολικού σημαίνοντος και του υπεροικοδομήματος, όπως τ’ αντιλαμβάνεται ο Levi – Strauss, μία έννοια που υπερβαίνει την Ιστορία παρά την ερμηνεία που της δόθηκε από τον Marx, σύμφωνα με την οποία αποτελεί σαφέστατα μία ιστορική πραγματικότητα.

Όμως η πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ανθρωπολογία των Εθνομαρξιστών και σε αυτήν του Clastres, έγκειται στην τοποθέτηση / αναζήτηση του χώρου της σύγκρουσης μέσα στις «πρωτόγονες» κοινωνίες. Ενώ οι μαρξιστές εθνολόγοι υποστηρίζουν ότι σε κοινωνίες χωρίς κράτος αναπτύσσονται συγκρούσεις σαν αυτές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, γέρους και νέους κλπ, ο Clastres ανάγει την σύγκρουση σε ένα εξαιρετικά διαφορετικό επίπεδο και ακριβώς αυτή η αναγωγή είναι που δίνει στην ανθρωπολογία του φιλοσοφικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Clastres, οι «πρωτόγονες» κοινωνίες δεν είναι δυνατόν να νοηθούν απλά και μόνο ως κοινωνίες χωρίς κράτος παρά το αναμφισβήτητο γεγονός πως είναι τέτοιες. Αυτό που τον απασχολεί δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο αρχηγός μίας ινδιάνικης φυλής δεν έχει την δυνατότητα να ασκήσει εξουσία πάνω στα υπόλοιπα μέλη της φυλής, όσο ο λόγος ύπαρξης ενός τέτοιου θεσμού (αρχηγός) χωρίς εξουσία. Αυτό το παράδοξο της ύπαρξης ενός αρχηγού χωρίς εξουσία είναι που αποτελεί τον κεντρικό άξονα της έρευνάς του. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι το εξής:

α) οι ινδιάνικες «πρωτόγονες» κοινωνίες συγκεκριμενοποιούν την εξουσία στο πρόσωπο του αρχηγού της φυλής.          
και 
β) δεν του παρέχουν εξουσίες γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο θέλουν να «δηλώσουν» ότι τον αρνούνται, ότι τον απορρίπτουν.

Και για να γίνουμε πιο σαφείς: παραχωρώντας οι ινδιάνικες κοινωνίες ιδιαίτερα προνόμια στον αρχηγό της φυλής (προνόμια που βασίζονται κυρίως στο γεγονός ότι αυτός διατηρεί το αποκλειστικό προνόμιο της πολυγυνίας), τον ορίζουν ως φορέα που «σπάζει» τις σχέσεις αμοιβαιότητας, εκείνες τις σχέσεις δηλαδή που αποτελούν το θεμέλιο κάθε «πρωτόγονης» κοινωνίας. Το σπάσιμο των σχέσεων αμοιβαιότητας είναι στα μάτια των ινδιάνικων φυλών ο κίνδυνος της εξουσίας, ο κίνδυνος της άρνησης της ίδιας της κοινωνίας τους. Έτσι γίνεται αντιληπτό τι εννοούμε όταν λέμε πως συγκεκριμενοποιούν την εξουσία στο πρόσωπο του αρχηγού της φυλής. Αυτήν όμως την εξουσία την δημιουργούν οι ινδιάνικες κοινωνίες για να αρνηθούν (για να συγκεκριμενοποιήσουν την άρνησή τους) και για να καταστήσουν σαφές ότι δεν πρόκειται ποτέ να δεχτούν άρση των σχέσεων ισονομίας.

Πώς εκφράζεται αυτή η άρνηση ; Απλά με τι γεγονός ότι ο αρχηγός (δηλαδή ο άνθρωπος που «σπάζει» ως ένα σημείο αυτές τις αρχές) δεν έχει κανένα δικαίωμα διαταγής, με το γεγονός ότι ο λόγος του (με εξαίρεση τις περιπτώσεις πειστικής διαιτησίας) δεν εισακούγεται ποτέ, με το γεγονός ότι είναι «καταδικασμένος» να ζει πάντα έξω από την κοινωνία, που τον αρνείται επειδή την αρνήθηκε. Στον θεσμό του αρχηγού της φυλής, ο Clastres βλέπει την συμβολική έκφραση της θέσης που παίρνουν οι λεγόμενες «πρωτόγονες» ινδιάνικες κοινωνίες απέναντι στην εξουσία. Οι κοινωνίες αυτές λοιπόν δεν είναι απλά κοινωνίες χωρίς κράτος, αλλά κοινωνίες που συγκρούονται καθημερινά με την έννοια του κράτους, είναι κοινωνίες ενάντια στο κράτος. Και ακριβώς αυτή η θέση του Clastres αποτελεί και την σημαντικότερη συμβολή του στην ανθρωπολογία. Το γεγονός δηλαδή ότι δεν ανάγει την έλλειψη του κράτους στις «πρωτόγονες» κοινωνίες σε μία πιθανή «καθυστέρησή» τους στην διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης (όπως κάνουν πολλοί άλλοι) αλλά την ορίζει ως συνειδητή επιλογή τους. Και αυτή η συνειδητή επιλογή τους, είναι ενδεικτική της διορατικότητας της «πρωτόγονης» κοινωνίας. Κάθε εξουσία (ακόμα και αυτή του ινδιάνου αρχηγού), συνοδεύεται πάντα από μία άποψη πάνω στην εξουσία. Καλύπτοντας οι ινδιάνικες κοινωνίες το κενό της έλλειψης εξουσίας με ένα σταθερό θεσμό μη – εξουσίας (παίρνοντας δηλαδή αρνητική θέση απέναντι στην εξουσία) μειώνουν στο ελάχιστο τις δυνατότητες εμφάνισης μίας πραγματικής εξουσίας που θα μπορούσε αναμφισβήτητα ν’ αναπτυχθεί πολύ εύκολα εκεί όπου ένας τέτοιος θεσμός και συνεπώς μία άποψη πάνω στην εξουσία απουσιάζει παντελώς.

Ο Pierre Clastres δημοσίευσε κατά καιρούς διάφορα κείμενα σε γαλλικά έντυπα. Το 1972 εκδόθηκε η εθνογραφική του εργασία πάνω στην ινδιάνικη φυλή Ache (Αχέ) της Παραγουάης με τίτλο «Χρονικό των Guayaki». Το 1974 κυκλοφόρησε μία συλλογή παλαιότερων αλλά και πιο πρόσφατων κείμενων του πάνω στην πολιτική ανθρωπολογία με τίτλο «Κοινωνίες ενάντια στο Κράτος», ένα βιβλίο που είχε ιδιαίτερη απήχηση όχι μόνο στην Γαλλία αλλά και στο εξωτερικό και που κατέστησε τον Clastres διεθνώς γνωστό. Μαζί με τον Lefort δημοσίευσε επίσης μία μελέτη πάνω στον Etienne de la Boetie, που σύμφωνα με τον Clastres υπήρξε ο πρώτος ανθρωπολόγος στον κόσμο. Σχεδόν σε όλα τα πολιτικά του κείμενα ο Clastres ασχολείται με την έννοια της εξουσίας. Παραδεχόμενος ότι το ερώτημα πάνω στην γένεση της εξουσίας είναι εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί, προσπάθησε όπως είπε χαρακτηριστικά σε μία συνέντευξή του να δείξει με το έργο του όχι το πώς είναι δυνατόν να γεννηθεί, αλλά το πώς είναι αδύνατον να εμφανιστεί η εξουσία.

Κλείνοντας αυτή την σύντομη αναφορά επάνω στον Clastres και στο έργο του, δεν θα ’πρεπε να ξεχάσουμε να πούμε ότι τα κείμενά του δεν έχουν μόνο επιστημονική αλλά και αισθητική αξία. Ο συνδυασμός εθνογραφίας, πολιτικής ανθρωπολογίας και φιλοσοφίας, συνοδευόμενος από μία αυθεντική και γνήσια γραφή, προσδίδουν στο έργο του έναν έντονο ποιητικό χαρακτήρα. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι δάσκαλός του υπήρξε ο Levi – Strauss, για τον οποίο είναι γενικά αποδεκτό ότι δεν υπήρξε μόνο επιστήμονας αλλά και λογοτέχνης.

Ο Clastres σκοτώθηκε το 1977 σε αεροπορικό δυστύχημα, σε ηλικία μόλις 42 ετών. Ο Hans – Peter Duerr, το αναρχικό enfant terrible (τρομερό παιδί) της γερμανικής εθνολογίας, εκφράζοντας παράλληλα το πόσο άγονο κατά την άποψή του είναι το έδαφος της γερμανικής εθνολογίας στο οποίο αυτός κινείται, σχολίασε τον θάνατο του Clastres ως εξής: «Clastres est mort. Les ethnologues Allemands vivent. Quel scandale ! » («Ο Clastres πέθανε. Οι Γερμανοί εθνολόγοι ζουν. Τι σκάνδαλο !»).           
       

Γιάννης Αμοριανός 

(Δημοσιεύθηκε στο 28ο τεύχος της «Ανοιχτής Πόλης» το χειμερινό ηλιοστάσιο του 1991)   

Πηγή: http://www.rassias.gr
 

Δημοσιεύθηκε από

Αδέσποτος

★Προσοχή Δαγκώνει...

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s