Andrea Papi: Για μια αντι-ιεραρχική ισορροπία

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Χώρος και Χρόνος» (τεύχος 1, Φεβρουάριος 1990, Αθήνα, σ. 22-30) και αποτελεί μία πολύ ενδιαφέρουσα διατύπωση του τρόπου με τον οποίον μία βιοτοπική προσέγγιση, όπως αυτή της κοινωνικής οικολογίας, μπορεί να άρει την κυριαρχική σχέση του ανθρώπου πάνω στη φύση, γεγονός που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και για την άρση και της κυριαρχίας στις ανθρώπινες κοινωνίες. Σε γενικές γραμμές η μετάφραση παρέμεινε όπως είχε δημοσιευθεί, ωστόσο έχουν γίνει ελάχιστες αλλαγές.

 

α. Επαναπροσδιορισμός των εννοιολογικών κατηγοριών

Το πολιτικό είναι ένα από τα βασικότερα προβλήματα που πρέπει να λύνονται, όποτε εμβαθύνεται κάποια μορφή κοινωνικής συμβίωσης, είτε από τη θεωρητική είτε από την πρακτική πλευρά της. Υπογραμμίζω ότι εννοώ το πολιτικό και όχι εκείνο της πολιτικής. Η διαφορά τους θα εξηγηθεί αμέσως για να μην υπάρξει καμιά ασάφεια. Η σφαίρα της πολιτικής συχνά φορτίζεται με πολλές προκαταλήψεις και ηθικότητες και τις περισσότερες φορές εξετάζεται με συγκίνηση χωρίς μια κριτική προσέγγιση για κατανόησή της.

Για να ξεκαθαρίσουμε καλύτερα τη διάκριση που βρίσκεται μέσα μας, σκέπτομαι πως είναι χρήσιμο να πάμε στην αρχική ερμηνεία, σ’ αυτήν που έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική παράδοση. Το πολιτικό γεννιέται σαν επίθετο της «πόλεως», για να ορίσει την κυριαρχία της, τείνει δε ναεκφράζει και να σημαίνει όλο εκείνο που αποδίδεται στην «πόλιν», δηλαδή της κοινωνίας, του λαού, του δημοσίου καθώς και της διαχείρισης, δηλαδή του τρόπου της κυβέρνησης της. Από εδώ εμφανίζεται η έκφραση πόλις-κράτος, που θέλει να εκφράσει το κράτος της πόλης. Με τον καιρό η «πόλις» έγινε το σύμβολο της κάθε κοινωνικής συμβίωσης, ανεξάρτητα από το μέγεθος της, με αποτέλεσμα σήμερα να μιλάμε για πολιτική ολό­κληρου του πλανήτη. Έτσι όταν μιλάμε για το πολιτικό πρόβλημα, εμβα­θύνουμε με ειδικό τρόπο στο πώς να διαχειριστούν οι κοινωνικές σχέσεις στο εσωτερικό μιας ή πολλών κοινωνιών. Ζητάμε δηλαδή να ορίσουμε και να κατανοήσουμε ποιοι είναι οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι που χρειάζονται, για να επιθυμήσουμε αυτό που αφορά το σύνολο της «πόλεως», την αναγω­γή δηλ. που θα μας ενώνει.

H πολιτική απεναντίας, σύμφωνα με τους συνηθισμένους όρους είναι οι κινήσεις, οι ελιγμοί στο εσωτερικό της κυρίαρχης πολιτικής τάξης, που δεν την αμφισβητούν, αλλά που ζητούν να ενσωματωθούν μέσα σ’ αυτήν για να έχουν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Για παράδειγμα σήμερα, αφού η διαχείριση των κοινωνικών πραγμάτων είναι ολοκληρωτικά στα χέρια των κομμάτων, το πρόβλημα της πολιτικής είναι εκείνο του να ενεργείς στο εσωτερικό και ανάμεσα στα κόμματα, χωρίς να τίθεται το κεντρικό πρόβλημα, εάν δηλαδή είναι σωστή ή όχι η ύπαρξη τους. Λέμε λοιπόν ότι το πολιτικό πρόβλημα εμβαθύνει την ερμηνεία και αναζητά να προσδιορίσει τον καλύτερο τρόπο για τη διαχείριση της «πόλεως» ανεξάρτητα από την κυρίαρχη τάξη.

Το θέμα που προτείνω είναι εκείνο του να προσδιορίσουμε ποιος τύπος διαχείρισης και ποιοι μέθοδοι συλλογικών αποφάσεων ενταγμένες σε μια βιοτοπική προοπτική είναι περισσότερο σύμφωνες, συναφείς και χρήσι­μες για τις ανθρώπινες οργανώσεις είτε αστικής είτε αγροτικής μορφής. Θα αναζητήσουμε δηλαδή να ξεκαθαρίσουμε τη σημασία του πώς είναι δυνατόν να συμβιώσει η ανθρώπινη παρουσία στο χώρο, συνδεδεμένη σε μια βιοτοπική λογική που δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή κυρίαρχη μορφή της χωροταξικής κατάληψης. Μα πριν, αισθάνομαι την ανάγκη να εμβαθύνω κριτικά τις εννοιολογικές κατηγορίες αναφοράς, γιατί χωρίς μια σαφή αντίληψη του περιεχομένου που βρίσκεται πίσω από τη διάταξή τους υπάρχει κίνδυνος για μια πιο μεγάλη σύγχυση. Οι κατηγορίες αυτές είναι: η αρχή, η «εξουσία», η κυριαρχία, η ιεραρχία και η κυβέρνηση, οι οποίες εκτός του ότι είναι εννοιολογικές κατηγορίες καθορίζουν επίσης τους χώρους δια μέσου των οποίων εκφράζεται η πολιτική απόφαση τόσο στη μορφή όσο και στη μέθοδο και την αξία της. Αρχή, εξουσία και κυριαρχία στη συνηθισμένη τους μορφή χρησιμοποιούνται σαν να είναι συ­νώνυμες. Στην πραγματικότητα εκφράζουν διαφορετικές αντιλήψεις και περιεχόμενα, ακόμη και αν βρεθούν να είναι συγκλίνουσες.

Αρχή σημαίνει κυριολεκτικά «να έχω την δυνατότητα να…». Αυτό μπο­ρεί να χρησιμοποιηθεί με την έννοια του μπορώ να κάνω, δηλαδή του να έχω τη δυνατότητα άλλοι να κά­νω, δηλαδή του να έχουν τη δυνατότητα άλλοι να κάνουν στη δικιά μου θέση. Με την πολιτική έννοια η αρχή είναι μια λει­τουργία, γιατί εκπληρώνει ένα ειδικό έργο στον χώρο μιας οργανωμένης δραστηριότητας που αφορά τη συλλογικότητα, το σύνολο.

Για να πραγματοποιηθεί το έργο αυτό έχει ανάγκη την εξουσία, η οποία αποτελείται από ένα σύνολο νόμων και μηχανισμών άσκησής των. Μ’ αυτήν την οπτική η εξουσία είναι μια κοινωνική λειτουργία ουδέτερη που ορίζει νόμους και κυρώσεις και που γνωρίζει πως ο νόμος δύσκολα υπάρ­χει χωρίς την κύρωση, λειτουργώντας έτσι σαν ρυθμιστής αυτής της ίδιας της κοινωνίας. Η εξουσία λοιπόν καθορίζεται σαν ανθρώπινη μορφωτική παραγωγή και ανάλογα του πώς διευθύνεται μπορεί να γίνει καταναγκα­στική αλλά και όχι καταναγκαστική. Και μπορεί να είναι των λίγων, του ενός, των πολλών αλλά και όλων. Εξαρτάται από τους μηχανισμούς συμ­μετοχής που έχουν προβλεφθεί για τον κοινωνικό έλεγχο. Σε κάθε περί­πτωση η εξουσία είναι μια σταθερά της κάθε κοινωνικής τάξης.

Πάντα, εξαιτίας της κουλτούρας και όχι της βιολογικής μορφής, κάθε κοινωνία καθορίζει ρόλους που αντιστοιχούν σε ξεχωριστές λειτουργίες. Όποιος εισχωρεί σ’ αυτούς τους ρόλους όπου είναι συνδεδεμένη μια αναγνωρίσιμη λειτουργία, κατέχει μια εξουσία, η οποία παράγεται από το γεγονός ότι η κοινωνία αρθρώνεται σε λειτουργικούς ρόλους. Μπορεί να είναι η εξουσία του υδραυλικού, του οποίου ο ειδικός ρόλος είναι εκείνος του να είναι αρμόδιος στην υδραυλική, αλλά και εκείνος του δικαστή, ο οποίος έχει την εξουσία της δικαιοσύνης, όπως ακόμη του παπά, του δασκάλου, του καλλιτέχνη. Από τη στιγμή που υπάρχει μια διαφοροποίηση ρόλων και αναγνωρίσιμων λειτουργιών, υπάρχει αυτή η ασυμμετρία που καθορίζει την πηγή του κύρους, της εξουσίας, που άλλοτε μπορεί να περικλείει κυριαρχία, άλλοτε όχι. Εξαρτάται δηλαδή από την ερμηνεία που δίνεται στους ρόλους και στις λειτουργίες τους.

Η κυριαρχία απεναντίας είναι μια κατηγορία που υπερίσταται των δύο προηγουμένων. Σημαίνει επιβολή με την κατά γράμμα έννοια της επιβολής και δείχνει μια κατάσταση στην οποία κάποιος κυριαρχεί και κάποιος υποτάσσεται, υπακούει. Η τυπική σχέση της κυριαρχίας χαρακτηρίζεται από τη σχέση εντολή-υπακοή, η οποία λειτουργεί δια μέσου της επιβολής. Πολι­τικά σημαίνει την εξουσία μιας πλευράς πάνω σε όλες τις άλλες, εξουσία πλή­ρης από καταστολή και επιβολή, δηλαδή βασισμένη πάνω στην ηγεμονία και την υπεροχή. Η κυριαρχία ορίζει και επικυρώνει μια άνιση κοινωνική κατά­σταση και επιβάλλει την εξουσία, γιατί αυτή η ίδια δεν την εμπεριέχει.

Και η ιεραρχία είναι επίσης εξουσιαστική. Είναι μια ιεράρχηση αξιών διαφοροποιημένη σε βαθμίδες σπουδαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες στην κορυφή βρίσκονται οι πιο σπουδαίοι και χαμηλά οι λιγότερο, όπου οι περισσότερο σπουδαίοι κυριαρχούν στους λιγότερο. Όπως οι προη­γούμενες, είναι μια κατηγορία που οργανώνει και ταξινομεί τις εσωτερικές διαφορές του κοινωνικού σώματος ανάλογα με την αρχή της ανισότητας. Πολιτικά εξαρτάται στενά από την κυριαρχία γιατί κατέχοντας απόλυτο εξουσιασμό και εφόσον είναι σταθεροποιημένες οι βαθμίδες της σπουδαι­ότητας, μοιράζει στους πιο σπουδαίους μια εξουσία απόλυτης υπεροχής, σταθεροποιώντας έτσι μια σχέση με την οποία οι πιο ψηλοί βαθμοί επιθυ­μούν και επιβάλλονται στους πιο χαμηλούς. Όπου υπάρχει η ιεραρχία, κυριαρχεί η εξάρτηση, η υποταγή στην αρχή των ανωτέρων.

Τέλος η κυβέρνηση, η τελευταία εννοιολογικά κατηγορία που μας εν­διαφέρει, είναι μια λειτουργία. Εκφράζεται δια μέσου ειδικών οργάνων που καθορίζονται με το καθήκον του να αποφασίζουν για τους νόμους, χρήσιμους για τη συνοχή και την καθοδήγηση του κοινωνικού σώματος. Σήμερα ταυτίζεται με το υπουργικό συμβούλιο, που στην πραγματικότητα είναι ένα μόνο από τα όργανα που το κράτος χρησιμοποιεί για την κυ­ριαρχία του. Με μια ερμηνεία πιο πλατιά, η λειτουργία της κυβέρνησης είναι εκείνη του να διαλέγει το τι πρέπει να κάνει η συλλογικότητα ώστε να κατορθώνει να ζει, πραγματοποιώντας όλα αυτά που θεωρεί χρήσιμα και σύμφωνα με την καθοδήγηση και τη συναίνεση των μελών της. Πάντα ανάλογα με τις κοινωνικο-πολιτιστικές επιρροές, η λειτουργία αυτή μπο­ρεί να ασκείται καταναγκαστικά δια μέσου μιας οργάνωσης κάθετης και ιεραρχικής ή μπορεί να ασκείται δια μέσου οργάνων που θα αποφασίζουν με οριζόντιο τρόπο. Πάντως όποια μορφή και αν έχει, για την εξουσία η λειτουργία της κυβέρνησης είναι αναγκαία.

β. Μια κοινωνικο-πολιτιστική επιλογή

Στο πλαίσιο που μόλις υπογραμμίστηκε με την προσεγγιστική κριτική στις ερμηνείες των εννοιολογικών κατηγοριών του πολιτικού προβλήμα­τος, αναδύονται πλευρές υπέρμετρα ενδιαφέρουσες, δηλαδή ότι η εξουσία και η κυβέρνηση είναι λειτουργίες που τους χρειάζεται η κοινωνική απο­δοχή για την εσωτερική ισορροπία και τη χειραγώγηση. Μα πάνω απ’ όλα ότι η κυβέρνηση και η εξουσία και πολύ λιγότερο η αρχή εμπεριέχουν την ανάγκη του να επιβάλλουν δια μέσου της κυριαρχίας μια ιεραρχική ταξινόμηση. Αυτό το οποίο δίνει εξουσιαστική ισχύ στις λειτουργίες των αποφάσεων και της υλοποίησής τους είναι η εισαγωγή των εξουσιαστικών κατηγοριών της κυριαρχίας και της ιεραρχοποίησης, ενώ βέβαια αυτές οι ίδιες οι λειτουργίες θα μπορούσαν να ασκηθούν και χωριστά.

Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε μια κατάσταση διαφορετικού τύπου από αυτήν που βλέπουμε, μια κατάσταση δηλαδή που θα χαρακτηρίζεται από μια διαφορετική ιεραρχική σύνθεση των κοινωνικών κατηγοριών, σύνθεση φυσικά που θα έχει τη λογική της κυριαρχίας. Αυτή η κυρίαρχη θέση είναι για παράδειγμα αναγνωρίσιμη μέσα στην τάση που γίνεται όλο και περισσότερο φανερή του να συγκεντρώνονται οι εξουσίες στα χέρια των ελίτ, που με τη σειρά τους οργανώνουν μηχανισμούς υπερ-ελέγχου στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Αναφέρομαι στη μορφή της παιδείας, των μ.μ.ε., των μυστικών υπηρεσιών, των πολυεθνικών, μέχρι στην υπερσυγκέντρωση της εξουσίας σαν οργανωμένο έγκλημα, το οποίο όχι τυχαία έχει δομικές σχέσεις και όχι τυχαίες και ευκαιριακές με την οικονο­μία, τις πολυεθνικές, τις μυστικές υπηρεσίες, κ.λ.π.. Μια κατάσταση που μου αρέσει να τη λέω μετα-πολιτική, με την έννοια ότι όποιος έχει την εξουσία, την διαχειρίζεται πέρα από τα παραδοσιακά πολιτικά όρια, επη­ρεάζοντας και βάζοντας όρους στην εξουσία των αρχών, της κυβέρνησης και του κράτους, τα οποία με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται από υψηλή συγκέντρωση και ιεραρχοποίηση.

Όλα αυτά επήλθαν όχι γιατί βρισκόντουσαν στο εσωτερικό των λειτουρ­γιών της εξουσίας και της κυβέρνησης αλλά γιατί αυτές οι λειτουργίες ανήκαν και ανήκουν βέβαια στις μορφωτικές απαιτήσεις της κυριαρχίας, παρουσιαζόμενη έτσι αυτή η τελευταία σαν την αναπόφευκτη διέξοδο στην αναγκαιότητα άσκησης της εξουσίας. Εάν η κυριαρχία δεν είναι εσωτερι­κή, είναι δυνατόν να οργανωθεί η διαχείριση της κοινωνίας χωρίς αυτήν, στηριζόμενη στην αρχή της ισότητας που θα καθόριζε μια διαστρωμάτωσηόχι κάθετη αλλά οριζόντια. Η κυβέρνηση θα έπαιρνε έτσι τη μορφή της αυτοκυβέρνησης, δηλαδή μιας διαχείρισης ισότητας και όχι ελιτισμού, ενώ η εξουσία δίκαια μοιρασμένη θα ανήκε σε όλους και όχι σε μια μικρή
μειοψηφία. Αντίθετα από την ολιγαρχική ετερο-διαχείριση θα είχαμε μια
δημοκρατική αυτο-διαχείριση, στην οποία ο δήμος, ο λαός δηλαδή, θα ασκούσε πραγματικά την εξουσία.

γ. Πόλις. Βίος. Άνθρωπος.

Αλλά ας πάμε με τάξη. Προσπαθούμε να αποσπάσουμε το πολιτικό πρό­βλημα και να το συνδέσουμε στη βιοτοπική πηγή. Θέλουμε να αντιλη­φθούμε ποια σχήματα και ποιοι τρόποι του πολιτικού είναι πιο σύμφωνοι στον βιοτοπικό χώρο, αναζητώντας στο μεταξύ να καταλάβουμε μήπως η ανθρώπινη θέληση θέλει με αυτήν την προοπτική να επιβληθεί ξανά πάνω σε όλα ή ζητά κάτι εναλλακτικό που γεννιέται από την κούραση και την απογοήτευση του να είναι ο άνθρωπος πάντα τοποθετημένος στο εσωτερι­κό της λογικής της κυριαρχίας, άσχετα με τον τρόπο που εκδηλώνεται και προσδιορίζεται μέσα σ’ αυτήν. Τα ίδια τα γλωσσικά στοιχεία της λέξης βίος καιτόπος μας προσφέρουν ένα κλειδί αναγνώρισης, προσφέροντας κατά τα φαινόμενα μια ερμηνεία απλή. Βίοςσημαίνει γλωσσικά ζωή. Αφορά και περιέχει την ανάπτυξη των ζωντανών μορφών, ακόμη και εκείνων που είναι αόρατες στον άνθρωπο. Εξάγεται έτσι ότι ο βιότοπος είναι ένα ειδικό κομμάτι του γήινου χώρου, αδιαίρετο και ενιαίο, που επαναφέρει όλα αυ­τά που αφορούν την ανάπτυξη της ζωής πάνω στη γη, της ζωής σ’ όλες τις εκδηλώσεις της.

Ήδη αυτή η γλωσσική προσέγγιση ανοίγει μια άβυσσο σε σχέση με τον κόσμο που εύχεται. Οι κυρίαρχοι διαχωρισμοί δημιουργούνται με κριτή­ρια που είναι περισσότερο προς όφελος της καθεστωτικής διαχείρισης, παρ’ ότι χωρίς άλλο έχουν σχέση με διαφορές γεωγραφικού χαρακτήρα, δηλαδή γεωλογικές, κλίματος κ.λ.π.. Αλλά αυτή η σχέση έχει ξεπεραστεί από το γεγονός ότι τα σύνορα καθώς και η χρήση που γίνεται στον χώρο αντι­στοιχούν ουσιαστικά στις πολιτικές και διαχειριστικές ανάγκες της κεντρι­κής εξουσίας, η οποία όχι τυχαία τις περισσότερες φορές βρίσκεται κυ­ριολεκτικά σε αντίθεση με τη βιολογική κατασκευή και τη φυσική εξέλιξη.

Αλλά το πρόβλημα δε σταματά εδώ. Δεν είναι μόνο να γίνει η επιλογή νέων κριτηρίων καθορισμού των γεωγραφικών χώρων. Εάν ήταν έτσι, θα ήταν μόνο ένα συμπαθητικό παιγνίδι, ίσως περισσότερο στη μόδα αλλά που στο τέλος θα εξαντλούταν όπως οποιαδήποτε άλλη ταξινόμηση. Αυτή η καινούρια εκτίμηση του χώρου, της γης, απαιτεί απεναντίας μια καινού­ρια συμπεριφορά και ευαισθησία. Μια βιοτοπική λογική που θα ήθελε τα ανθρώπινα σχήματα στο χώρο να βρίσκονται στο εσωτερικό της βιογενετικής δύναμης, σε αρμονία και όχι σε ανταγωνισμό με αυτήΔεν είναι βέβαια αυτή μια καινούρια ανθρωπομορφική παρέμβαση με την οποία ο άνθρωπος θα συνεχίσει την κατάκτηση της γήινης επιφάνειας, αδιαφορώ­ντας για τις βιολογικές εξελίξεις που την χαρακτηρίζουν, μακάρι πιο συνε­τά και πιο περιβαλλοντικά. Πρόκειται απεναντίας για το γεγονός ότι πρέπει να αρχίσουμε να είμαστε μέρος της γης σαν βιολογικό στοιχείο ισορροπίας της. Να είμαστε είδος ζωντανό με δικά του χαρακτηριστικά, στο μέσον ενός περιβάλλοντος που πάλλεται από ζωή και εμπεριέχει όλα τα ζώντα και διαφορετικά είδη, το καθένα με τα δικά του χαρακτηριστικά. Έτσι το κέντρο αναφοράς μετατοπίζεται από τον άνθρωπο μέσα στη ζωή και στη σφαιρικότητά της και έτσι δεν είναι πια ανθρωποκεντρικό αλλά γίνεται βιοκεντρικό. Και αυτό είναι το καινούριο. Η βιοτοπική κερδίζει έτσι τη δύναμη της ολοκλήρωσης, δεν κατακτά αδιάκριτα τη γη, μα θέλει να είναι μέρος της, μια καλή θέληση στο εσωτερικό του περιβάλλοντος, ένα στοιχείο του σε αρμονία με το σύνολο. Ο άνθρωπος σταματά έτσι να είναι ένας κατακτητής που θέλει να ιδιοποιηθεί τη φύση και η παρουσία του γίνεται οικολογική γιατί αναγνωρίζεται σαν στιγμή ισορρο­πίας. Και μεταξύ περιβαλλοντισμού και οικολογικής συνείδησης υ­πάρχει μια ουσιαστική διαφορά, η οποία αξίζει να αναφερθεί. Ο περιβαλλοντισμός θέτει το πρόβλημα του μη βιασμού του περιβάλλοντος πέ­ρα από ένα ορισμένο μέτρο. Με αυτήν την οπτική, ο άνθρωπος παραμένει εκείνο το είδος που επιθυμεί τα όρια της ρύθμισης και της ισορροπίας, παραμένοντας στο κέντρο αν όχι του σύμπαντος, τουλάχιστον της γης. Με την οικολογική συνείδηση απεναντίας, σταματά να είναι ο θεμελιακός επιθυμών. Δε βρίσκεται πια στο κέντρο αλλά στο εσωτερικό, αναγνωριζόμε­νος σαν ένα μέρος, βέβαια με τις δικές του ιδιαιτερότητες και σε σχέση με όλα τα άλλα τα μέρη, χωρίς να αυτοδιορίζει τη δικιά του σχέση σαν τον προνομιούχο παράγοντα που πρέπει να επιβάλλεται σε όλα τα’ άλλα τα γήινα είδη.

Στη βάση της βιοτοπικής επιλογής υπάρχει η αποδοχή της θεμελιακής προϋπόθεσης των οικοσυστημάτων, την οποία ο Μπούκτσιν (Bookchin), ιδρυτής της κοι­νωνικής οικολογίας, όρισε με την επιτυχημένη φράση «η ένωση της δια­φορετικότητας». Με άλλα λόγια, τα διαφορετικά μέρη που συνθέτουν το όλο έχουν μεταξύ τους μια σταθερή, αρμονική σχέση ισορροπίας. Είναι μια κατάσταση συνεργασίας στην οποία όλα τα μέρη, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, αναπτύσσουν μια αναγκαστική λειτουργία της οποίας η σπουδαιότητα εξάγεται από το γεγονός ότι είναι σε σχέση. (…)

Σ’ ένα οικοσύστημα δεν υπάρχει μια συγκεντρωτική διεύθυνση και πολύ περισσότερο μια ιεραρχική διαστρωμάτωση αλλά κάθε ατομικό στοιχείο διατηρεί την δικιά του ειδική σπουδαιότητα, που είναι αναντικατάστατη και αυτό γιατί έχει μια σημασία στο εσωτερικό του συνόλου. Δεν υπάρχειμια ελίτ που θα αποφασίζει, ένας κεντρικός πυρήνας από τον οποίο ναεξαρτάται το οικοσύστημα και από τον οποίον να προέρχονται όλες οι αποφάσεις. Η συνεργασία δεν αναπτύσσεται μεταξύ οργανισμών διαφοροποιημένων ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους, αλλά μεταξύ διαφορετικών οργανισμών που έχουν ίση σπουδαιότητα ο ένας με τον άλλον, που αλλάζουν μεταξύ τους ενέργεια, ρόλους, σκοπούς, φτιάχνοντας μια οντότητα που υποστηρίζεται στη συμφωνία απ’ όλα της τα μέρη χωρίς να παίρνει αποφάσεις από άλλους.

Θέλοντας να κάνουμε μια συμβολική μεταφορά, λέμε πως ένα οικοσύστημα από τη στιγμή που παρουσιάζει σχέσεις πολύπλοκες μεταξύ ενός τεραστίου αριθμού μελών που έχουν κοινές, αμοιβαίες και αρμονικές σχέ­σεις, είναι ένα κοινωνικό γεγονός. Κατά τα λοιπά, η πολιτισμική πορεία κυριευμένη από τον νου είναι γεμάτη από συμβολικές μεταφορές, σε τέτοιο βαθμό που η φαντασία μας είναι μια συνεχής συμβίωση με αυτό που συμβαίνει ολόγυρά μας. Και σκέπτομαι ότι, για να εισέλθουμε και να γί­νουμε μέρη των οικοσυστημάτων, είναι αναγκαίο να συμβιώσουμε με αυ­τά στα γεγονότα τους και όχι μόνο σε συμβολικό επίπεδο. Είναι αναγκαίο να είμαστε συνεργάσιμοι στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και στη σχέ­ση με την κοινωνία των οικοσυστημάτων.

δ. Το Πολιτικό σαν οικολογική σχέση

Είδαμε πως οι αξίες των εννοιολογικών κατηγοριών του πολιτικού προ­βλήματος παίρνουν μέρος στην πολιτισμική παραγωγή, δεν είναι δηλαδή εν­δημική αναγκαιότητα του κοινωνικού σώματος αλλά αποκλειστικοί προσ­διορισμοί της συλλογικής φαντασίας που είναι σταθεροποιημένοι και προσχωρημένοι σε τέτοιο βαθμό ώστε να εμφανίζονται απαραίτητοι. Έχοντας ο άνθρωπος την ικανότητα του αυτοπροσδιορισμού, μια δυνατότητα δηλαδή του ανθρώπινου νου, έχει πειστεί εδώ και χιλιάδες χρόνια πως για να έλθει σε επικοινωνία και σε σχέση με όλο αυτό που είναι διαφορετικό απ’ αυτόν θα πρέπει να το καταλάβει, να το κυριαρχήσει. Η φύση μάς είχε δωρηθεί απ’ τον θεό για δικιά μας χρήση και για τις δικές μας ανάγκες, γι’ αυτό θα μπορούσαμε να την καταλάβουμε, να τη βιάσουμε και να την κομματιάσουμε για την ευχαρίστηση μας.

Δεν υπολογιζόταν και δεν υπολογίζεται βέβαια παρά μόνο σαν αντικείμε­νο μέσα στα ανθρώπινα σχέδια. Αυθαίρετα δε, είχε παγιωθεί ότι και μετα­ξύ των ανθρώπων υπήρχε κάποιος που ήταν πιο σπουδαίος δίπλα σε κά­ποιον που δεν άξιζε τίποτα. Και έτσι καταχρηστικά στηριζόταν μια ελίτ που αυτο-ανυψωνόταν στη νόμιμη κυριαρχία επί των πραγμάτων, των ζώων και αυτών των ίδιων των ανθρώπων. Έτσι στηρίχθηκε η ιεραρχία που της αποδόθηκε αρχικά μια θεϊκή νομιμότητα, ενώ τώρα τείνει να της αποδοθεί μια έμφυτη αναγκαιότητα φυσικής προέλευσης. Με αυτόν τον τρόπο η κυριαρχία και η ιεραρχία έγιναν αξίωμα και κριτήριο με τα ο­ποία ολοκληρώνονται οι λειτουργίες που είναι απαραίτητες στην κοινωνι­κή καθοδήγηση και σ’ αυτήν την ίδια τη σχέση με τη φύση και το περι­βάλλον.

Απεναντίας, η βιοτοπική προσδοκά να εισάγει την κοινωνικότητά μας
στο εσωτερικό του οικοσυστήματος, όχι τόσο με την επίσημη έννοια του περιβαλλοντισμού αλλά με εκείνη την πιο βαθιά της οικολογικής ολοκλήρωσης. (…)

Στο επίπεδο της πλήρους συλλογικής συνείδησης πρέπει να επιτευχθεί η πολιτιστική ανύψωση στις συμπεριφορές και στις πράξεις. (…)

Μια ουτοπία χωρίς ελπίδα. Ακόμη και αυτό είναι μια προκατάληψη που η κυρίαρχη κουλτούρα έχει σφηνώσει μέσα μας για να διασφαλίσει ισόβια τη νομιμότητά της. Η συζήτηση που είναι περισσότερο της μόδας για να χτυπηθούν οι αντιεξουσιαστικές αρχές είναι πως εάν ένα σύστημα ισονομίας και ελευθερίας ήταν δυνατό σε πρωτόγονες καταστάσεις, στις παρούσες κοινωνίες που γίνονται όλο και πιο σύνθετες δεν είναι αυτό μόνο απραγματοποίητο αλλά και παράλογο. Όλα αυτά είναι βέβαια σαχλαμάρες. Ανατρέπουμε αυτή τη «θέση» με το να παρατηρήσουμε το πώς λει­τουργεί ένα οικοσύστημα που παρουσιάζει το μέγιστο της πολυπλοκότη­τας και που στηρίζεται στην αρχή της αντι-ιεραρχικής συνεργασίας μετα­ξύ όλων των μερών του. Εάν βασιζόμαστε σε μια κάθετη κεντρική μορφή, θα διαλυόταν η ισορροπία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ανθρώπι­νων συστημάτων. Για να ασκήσει την εξουσία της η κυριαρχία, έχει την ανάγκη του ελέγχου. Έτσι όσο ένα σύστημα είναι σύνθετο, πρέπει να απλοποιηθεί, να βιαστεί σπάζοντας την ευαίσθητη ισορροπία που υπάρχει μεταξύ των μερών και των διαφορετικοτήτων του. Είναι αυτό που συμβαίνει στην εποχή μας και από όπου προέρχονται όλες οι οικολογικές καταστρο­φές. Δεν είναι τυχαίο το ότι είμαστε κοντά σ’ ένα αντιστρέψιμο σημείο, αφού η κοινωνική πολυπλοκότητα έχει αυξηθεί και συνεχίζει να αυξάνε­ται υπέρμετρα. Είναι ανάγκη να σταματήσουμε να εξετάζουμε τα κέντρα των αποφάσεων σαν πολιτικές αναφορές. Εξ’ αιτίας της αύξησης της πο­λυπλοκότητας αυτά απομακρύνονται όλο και περισσότερο και γίνονται όλο και πιο κάθετα. Και έτσι λοιπόν έχουν ανάγκη για επιβολή, για μεγα­λύτερο έλεγχο και τεχνικές απλοποίησης και βίας πάνω σ’ αυτά που κυ­ριαρχούν. Είναι ανάγκη να γυρίσουμε στην αξιοποίηση των ατομικών με­ρών, όχι που να λειτουργούν δόλια σε ένα κυρίαρχο κέντρο, αλλά να λει­τουργούν αυτά καθαυτά, καθένα σε άμεση σχέση με όλα τα άλλα. Έτσι είναι τα πράγματα για το πολιτικό πρόβλημα. Κάθε άνθρωπος πρέ­πει να ζει σε άμεση σχέση με τους άλλους χωρίς να προσπαθεί να διαχειριστεί αυτή τη σχέση μια κεντρική κυβέρνηση που θα σκέπτεται για όλους.

Συγχρόνως, κάθε κοινωνική μονάδα θα πρέπει να οργανώνει μεταξύ των μελών της κοινωνικές σχέσεις βασισμένες στην άμεση δημοκρατία, ό­που οι αποφάσεις είναι κοινωνική περιουσία και υπάρχει ο πιο σύνθετος σεβασμός των ατομικών διαφορετικοτήτων. Λοιπόν, ανεξάρτητα από την έκτασή της, η πολυπλοκότητα γίνεται αυτοκυβερνούμενη αφού δεν εξαρ­τάται από ψηλά. Εάν λοιπόν ο βιοτοπισμός, που είναι σύμφωνος με τις αρχές των οικοσυστημάτων, θέλει να μην έχει μια θεωρητική και ιδεαλιστι­κή σημασία, δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραβλέψει μια αντι-ιεραρχική, ελευθεριακή και λύση ισότητας του πολιτικού προβλήματος. Εάν δεν το κάνει αυτό και τοποθετηθεί με περιβαλλοντικό τρόπο απέναντι στο περιβάλλον που μας περιβάλλει, είναι σίγουρο πως θα αναπαράγει σε επί­πεδο ανθρώπινης κοινωνίας τη λογική της κυριαρχίας και τη διαίρεσή της σε στρώματα και ιεραρχικούς ρόλους, αφήνοντας κάθε τόσο το σπέρ­μα της επιθυμίας για κυριαρχία.

Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να επιστρέψει στο να είναι η συμβίωση με τις διαφορετικές μονάδες που είναι η βάση των οικοσυστημάτων. Δια­φορετικά είναι προορισμένη- και αυτό θα είναι δικιά της επιλογή- να παρα­μείνει ένας παράγοντας δυσαρμονίας και καταστροφής. Πρέπει τελικά να αποκτήσουμε μια ομοιοπαθητική στάση. Στη βιολογία η ομοιοστατική είναι μια εσωτερική κατάσταση ισορροπίας των ζωικών οργανισμών που εξασφαλίζει μια φυσική βιολογική δραστηριότητα των κυττάρων και των ιστών.

Andrea Papi

Αναδημοσίευση από : Ουλαλούμ (ελευθεριακή πολιτική συλλογικότητα)

Δημοσιεύθηκε από

Αδέσποτος

★Προσοχή Δαγκώνει...

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s